ptiˈna
OriginΠτηνά < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πτηνόν, όπως στην έκφραση «τὰ πτηνά» < πτηνός (αυτός που πετάει, ιπτάμενος), μετάφραση για τον ταξινομικό όρο από τη νεολατινική Aves
- ταξινομικός όρος - ομοταξία: Aves: ωοτόκα σπονδυλωτά ζώα με δύο πόδια, ράμφος και φτερά
Formsπτηνά(neuter) · Πτηνά(nominative, plural) · Πτηνών(genitive, plural) · Πτηνά(accusative, plural) · Πτηνά(vocative, plural) · Πτηνά(plural-only, neuter)