ˈpto.si
Ετυμολογίαπτώση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πτῶσις < πίπτω
:* για σύγχρονους όρους < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική drop, fall ή από τη γαλλική chute
:* για τη μουσική πτώση < σημασιολογικό δάνειο από την ιταλική cadenza
- η κίνηση προς τα κάτω λόγω βαρύτητας, η ενέργεια του πέφτω
- το αποτέλεσμα της πτώσης
- η μείωση της αριθμητικής τιμής
“η πτώση της θερμοκρασίας οφείλεται στο ότι έχουν πέσει πολλά χιόνια”
- η απώλεια εξουσίας
“η πτώση της κυβέρνησης συνεπάγεται εκλογές”
- η άλωση μιας πολιορκούμενης πόλης
“η πτώση της Κωνσταντινουπόλεως”
- κάθε ένας από τους τύπους που σχηματίζουν τα κλιτά μέρη του λόγου εκτός από το ρήμα
“Το αγγλικό Βικιλεξικό αναγνωρίζει πενήντα (50) περίπου είδη πτώσεων στη γραμματική αναγνώριση λέξεων διαφόρων γλωσσών.”
“γραμματική πτώση στη Βικιπαίδεια - grammatical case στην αγγλική Βικιπαίδεια”
- το αμάρτημα και η εκδίωξη του Αδάμ και της Εύας από τον Παράδεισο
“η Πτώση των Πρωτοπλάστων”
- η μετακίνηση οργάνων προς τα κάτω
“πτώση της μήτρας ή της ουροδόχου”
- η διαδοχή συγχορδιών ή φθόγγων που ολοκληρώνει μια μουσική φράση ή περίοδο
“Η ατελής πτώση δίνει την εντύπωση τέλους αλλά συγχρόνως μας προετοιμάζει και για μια συνέχεια. Αντίθετα, η τέλεια πτώση ακούγεται σαν οριστικό τέλος. Χειροκρότημα!”
Τύποιπτώση(singular, nominative) · πτώσεις(nominative, plural) · πτώσης(genitive, singular) · πτώσεων(genitive, plural) · πτώση(accusative, singular) · πτώσεις(accusative, plural) · πτώση(singular, vocative) · πτώσεις(vocative, plural) · πτώση(feminine)