Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΠΥΡΡΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
πυρρό
πυρρό
—
αιτιατική ενικού του πυρρός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του πυρρός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πυρρός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1627 · 2 Δεκεμβρίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις