Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΡΑΊΝΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ραίνε
5 letters
·
Ελληνικά
verb
ραίνε
—
Ραίνε: (προστακτική του «ραίνω») ράντισε, ψέκασε ή πασπάλισε κάτι με υγρό ή λεπτή ουσία.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1173 · 4 Σεπτεμβρίου 2024
Previous word
#1172 · αρέσω
Next word
#1174 · πέμψω
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις