WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ραίνε

ρήμα

ραίνεΡαίνε: (προστακτική του «ραίνω») ράντισε, ψέκασε ή πασπάλισε κάτι με υγρό ή λεπτή ουσία.

Daily Puzzle #1173 · 4 Σεπτεμβρίου 2024
·Archive
No comments yet