WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ρόιδι

noun

ρόιδιΟ καρπός της ροδιάς, με κόκκινους σπόρους (σπυριά) μέσα σε φλούδα.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #913 · 19 Δεκεμβρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα