Originσέβας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σέβας < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *tyegʷ- (αποσύρομαι, οπισθοχωρώ, αφήνω μόνο)
- ο σεβασμός (ιδιαίτερα απέναντι σε ανθρώπους μεγαλύτερους σε ηλικία ή με ανώτερη θέση)
“※ Προς διδάσκαλον καί πάντα πεπαιδευμένον ἂνδρα: ... Κύριε (δεῑνα), Την Ὑμετέραν Σοφολογιότητα μὲ σέβας προσκυνῶ, καὶ ἀσπάζομαι (Ἐπιστολάριον περιέχον διαφόρους τύπους ἐπιστολών, πάνυ χρησίμους εἰς ὁπ”
- pluralτα σέβη μου!: τιμητικός χαιρετισμός
Formsσέβας(noun, defective, neuter) · Σέβας(singular, nominative) · Σέβηδες(nominative, plural) · Σεβαίοι(nominative, plural) · Σέβα(genitive, singular) · Σέβηδων(genitive, plural) · Σεβαίων(genitive, plural) · Σέβα(accusative, singular) · Σέβηδες(accusative, plural) · Σεβαίους(accusative, plural) · Σέβα(singular, vocative) · Σέβηδες(vocative, plural) · Σεβαίοι(vocative, plural) · Σέβας(masculine) · Σέβα(feminine) · Sevas(transliteration, Latin)