WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

σίφων

noun

σίφωνΣωλήνας ή συσκευή που μεταφέρει υγρά με αναρρόφηση ή ροή, π.χ. για μετάγγιση ή άδειασμα.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #707 · 27 Μαΐου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα