Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΣΑΛΩΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
σαλών
σαλών
—
γενική πληθυντικού του σαλός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
genitive, plural
γενική πληθυντικού του σαλός
genitive, plural
γενική πληθυντικού του σαλή
genitive, plural
γενική πληθυντικού του σαλό
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1643 · 18 Δεκεμβρίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις