Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΧΈΡΣΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
χέρσο
5 letters
·
Ελληνικά
adjective
χέρσο
—
Άγονος ή ακαλλιέργητος (για γη), χωρίς βλάστηση ή παραγωγή.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1644 · 19 Δεκεμβρίου 2025
Previous word
#1643 · σαλών
Next word
#1645 · ικανή
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις