WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

σβήνω

ρήμα

σβήνωΣβήνω: κάνω κάτι να πάψει να καίει ή να φωτίζει, το κλείνω (π.χ. φως, φωτιά).

Wiktionary →
Daily Puzzle #155 · 21 Νοεμβρίου 2021
·Archive
No comments yet