siˈɾa
Ετυμολογίασειρά < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σειρά (αρχαία σημασία: σκοινί, αλυσίδα) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική série και από την (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική serial
- ένα σύνολο ομοειδών στοιχείων που έχουν τοποθετηθεί το ένα δίπλα στο άλλο, στη γραμμή
“τακτοποίησε τα ποτήρια μέσα στο ντουλάπι σε δύο σειρές”
“σύνδεση σε σειρά: η σύνδεση αντιστάσεων σε ένα κύκλωμα διαδοχικά, σε αντίθεση προς την παράλληλη σύνδεση”
- ένα σύνολο ομοειδών στοιχείων που διαδέχονται το ένα το άλλο
“μια σειρά τραγικών γεγονότων καθόρισε τη ζωή του”
“ο συγγραφέας έγραψε εκτός από μυθιστορήματα και μια σειρά από θεατρικά έργα”
- η γραμμή, η αράδα
- το πρόγραμμα (εκπομπή) με δραματικό ή και κωμικό περιεχόμενο (φανταστική υπόθεση και ήρωες) που συνεχίζεται σε πολλά επεισόδια
- το σύνολο των κληρωτών που καλούνται να παρουσιαστούν για κατάταξη την ίδια περίοδο, η ΕΣΣΟ
“(ως προσφώνηση μεταξύ στρατιωτών, ιδίως μεταξύ αυτών που έχουν καταταχτεί μαζί)”
- η θέση που κατέχει κάποιος ή κάτι σε μια διαδοχή
“κάτσε κι εσύ στην ουρά και, όταν έρθει η σειρά σου, θα εξυπηρετηθείς”
- η τάξη, η τακτοποίηση πραγμάτων και υποθέσεων
“έχω τόσες υποθέσεις να βάλω σε μια σειρά”
Τύποισειρά(singular, nominative) · σειρές(nominative, plural) · σειράς(genitive, singular) · σειρών(genitive, plural) · σειρά(accusative, singular) · σειρές(accusative, plural) · σειρά(singular, vocative) · σειρές(vocative, plural) · σειρά(feminine) · Σειρά(feminine) · Σειράς(masculine) · Seira(transliteration, Latin)