WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

σκάλο

noun

σκάλοΣκαλοπάτι ή βαθμίδα σκάλας, το σημείο όπου πατάς για να ανέβεις ή να κατέβεις.

Daily Puzzle #229 · 3 Φεβρουαρίου 2022
Κανένα σχόλιο ακόμα