Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΣΟΜΦΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
σομφό
σομφό
—
αιτιατική ενικού του σομφός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του σομφός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σομφός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1089 · 12 Ιουνίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις