spaˈθi
Ετυμολογίασπαθί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σπαθίν < ελληνιστική κοινή σπαθίον < αρχαία ελληνική σπάθη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)peh₂- + *dʰeh₁-
:* για το χαρτί της τράπουλας < σημασιολογικό δάνειο από την ιταλική spade (πληθυντικός του θηλυκού spada)
- όπλο που αποτελείται από μια μακριά, κοφτερή και, συνήθως, ατσάλινη λεπίδα που έχει προσαρμοστεί σε ειδική λαβή
- figurativelyμάχη, πόλεμος
“※ Αν κι ήτανε Φράγκος, αγαπούσε τη χώρα που 'χε παρμένη με το σπαθί, σα να 'τανε πατρίδα του. (Φώτης Κόντογλου Η Καρύταινα [διήγημα])”
- χαρτί της τράπουλας με μαύρο χρώμα που φέρει το σήμα του τριφυλλιού (♣)
- figurativelyάτομο εμπιστοσύνης που συμπεριφέρεται σωστά και με τιμιότητα
- ονομασία οικισμών, ακρωτηρίων και νησίδας της Ελλάδας
Τύποισπαθί(singular, nominative) · σπαθιά(nominative, plural) · σπαθιού(genitive, singular) · σπαθιών(genitive, plural) · σπαθί(accusative, singular) · σπαθιά(accusative, plural) · σπαθί(singular, vocative) · σπαθιά(vocative, plural) · σπαθί(neuter) · Σπαθί(singular, nominative) · Σπαθιά(nominative, plural) · Σπαθιού(genitive, singular) · Σπαθιών(genitive, plural) · Σπαθί(accusative, singular) · Σπαθιά(accusative, plural) · Σπαθί(singular, vocative) · Σπαθιά(vocative, plural) · Σπαθί(neuter)