Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΣΤΥΦΗ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
στυφή
adjective
στυφή
—
Που έχει στυφή, ξινή και «τραχιά» γεύση, όπως άγουρο φρούτο ή κρασί.
Βικιλεξικό →
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#872 · 8 Νοεμβρίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις