WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

στόφα

noun

στόφαΎφασμα, συνήθως χοντρό ή καλής ποιότητας, για ρούχα ή ταπετσαρίες.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #364 · 18 Ιουνίου 2022
Κανένα σχόλιο ακόμα