WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

στύψε

5 letters·Ελληνικά
verb

στύψεΠροστακτική του «στύβω»: πίεσε/στίψε κάτι (π.χ. λεμόνι) για να βγάλει χυμό.

Daily Puzzle #362 · 16 Ιουνίου 2022
Κανένα σχόλιο ακόμα