Ετυμολογίασφυρί < μεσαιωνική ελληνική σφυρί < ελληνιστική κοινή σφυρίον (υποκοριστικό του) < αρχαία ελληνική σφῦρα
- εργαλείο ένα από τα παλαιότερα εργαλεία, με λαβή και κεφαλή, που χρησιμοποιείται για σπάσιμο ή κάρφωμα
- παρόμοιο (1) αντικείμενο, κυρίως ξύλινο, που χρησιμοποιείται:
“στις δημοπρασίες όταν κατακυρώνεται το δημοπρατούμενο σε έναν αγοραστή”
“από προεδρεύοντες σε συνεδριάσεις (δικαστηρίων κοινοβουλίων κ.λπ.) για την επαναφορά στην τάξη”
- ξύλινο εξάρτημα με μάλλινη επένδυση, που χτυπά τη χορδή του πιάνου, έχοντας πάρει εντολή από το πλήκτρο
Τύποισφυρί(singular, nominative) · σφυριά(nominative, plural) · σφυριού(genitive, singular) · σφυριών(genitive, plural) · σφυρί(accusative, singular) · σφυριά(accusative, plural) · σφυρί(singular, vocative) · σφυριά(vocative, plural) · σφυρί(neuter)