ˈd͡za.ci
Ετυμολογίατζάκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ὀτζάκι(ν) (όψιμη μεσαιωνική) με σίγηση του αρχικού φωνήεντος < οθωμανική τουρκική اوجاق (τουρκική ocak, προφορά /oˈd͡ʒak/) < πρωτοτουρκική *(h)ōtčak / *ōtčuk (τζάκι) < *(h)ōt (φωτιά)
- η ειδική κατασκευή μέσα σε οικήματα, στην οποία καίμε ξύλα, προκειμένου να ζεστάνουμε τον χώρο
- broadlyτο τμήμα του τζακιού που περιβάλλει το χώρο όπου καίει η φωτιά
- figurativelyη αρχοντική, σημαντική οικογένεια, ευγενική καταγωγή
“Aυτή που βλέπεις είναι από μεγάλο τζάκι της περιοχής, αλλά ξέπεσε.”
Τύποιτζάκι(singular, nominative) · τζάκια(nominative, plural) · τζακιού(genitive, singular) · τζακιών(genitive, plural) · τζάκι(accusative, singular) · τζάκια(accusative, plural) · τζάκι(singular, vocative) · τζάκια(vocative, plural) · τζάκι(neuter)