WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

τρένο

noun

τρένοΣιδηροδρομικό όχημα που μεταφέρει επιβάτες ή φορτία σε ράγες.

Βικιλεξικό →
Sedecordle Πλέγμα 14 #4 · 14 Απριλίου 2026
Daily Puzzle #1617 · 22 Νοεμβρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα