Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΤΡΕΧΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
τρέχε
verb
τρέχε
—
Προστακτική του «τρέχω»: τρέξε, πήγαινε γρήγορα/βιάσου.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1421 · 10 Μαΐου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις