A word examined

τσάπα

5 letters·Ελληνικά

τσάπαεργαλείο για σκάψιμο που έχει ξύλινη λαβή και κάθετα σ’ αυτήν ένα πλατύ και ελαφρά κυρτό μεταλλικό κοφτερό εξάρτημα

Βικιλεξικό →
Κανένα σχόλιο ακόμα