WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

φασόν

noun

φασόνΈτοιμο ρούχο ή προϊόν μαζικής παραγωγής, τυποποιημένο και όχι κατά παραγγελία.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #671 · 21 Απριλίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα