foˈtça
Ετυμολογίαφωτιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φωτία (λάμψη) < φωτ- (< φῶς) + -ία (> -ιά)
- η ταυτόχρονη παραγωγή θερμότητας και φωτός η οποία παρατηρείται κατά τη γρήγορη καύση εύφλεκτου υλικού που συνοδεύεται συνήθως από φλόγα
- η πυρκαγιά
“ξέσπασε μεγάλη φωτιά στο δάσος”
- broadlyη λάμψη
“τα μάτια του πετούσαν φωτιές”
- μέσο για το άναμμα φωτιάς
“δεν έχω φωτιά επάνω μου”
- figurativelyφλόγα
- figurativelyένταση και ό,τι την προκαλεί
- figurativelyέντονος ερωτικός πόθος
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Φωτιάς
Τύποιφωτιά(singular, nominative) · φωτιές(nominative, plural) · φωτιάς(genitive, singular) · φωτιών(genitive, plural) · φωτιά(accusative, singular) · φωτιές(accusative, plural) · φωτιά(singular, vocative) · φωτιές(vocative, plural) · φωτιά(feminine) · Φωτιά(invariable, feminine) · Fotia(transliteration, Latin)