Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΧΕΡΣΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
χέρσο
adjective
χέρσο
—
Άγονος ή ακαλλιέργητος (για γη), χωρίς βλάστηση ή παραγωγή.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1644 · 19 Δεκεμβρίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις