WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

χέρσο

5 letters·Ελληνικά
adjective

χέρσο—Άγονος ή ακαλλιέργητος (για γη), χωρίς βλάστηση ή παραγωγή.

Daily Puzzle #1644 · 19 Δεκεμβρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα