Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΣΑΛΏΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
σαλών
5 letters
·
Ελληνικά
σαλών
—
γενική πληθυντικού του σαλός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
genitive, plural
γενική πληθυντικού του σαλός
genitive, plural
γενική πληθυντικού του σαλή
genitive, plural
γενική πληθυντικού του σαλό
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1643 · 18 Δεκεμβρίου 2025
Previous word
#1642 · αμάκα
Next word
#1644 · χέρσο
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις