çeɾˈʝa
Originχεριά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χερέα με συνίζηση
- μια αρμαθιά,η χεροβολιά, η δράκα, όσα μπορεί να αδράξει και να κρατήσει η παλάμη, το χέρι, η κλεισμένη γροθιά ως μονάδα όγκου
- τρόπος μέτρησης σιταριού και άλλων παρομοίου σχήματος φυτών -γενικά ειδών
“Βάλε δυο χεριές στάχυα (μακαρόνια, καλαμάκια, τσιγάρα, όταν ήταν χύμα κ.λπ.)”
- τρόπος μέτρησης του νήματος και του υφάσματος στα υφαντουργεία, όπου μια χεριά ήταν η απόσταση του άκρου του μικρού δακτύλου από το αντίστοιχο του αντίχειρα με τα δάχτυλα των γυναικών τεντωμένα
- idiomaticξυλιά
“Δώσε του εκεί κάνα-δυό χεριές να βάνει μυαλό”
Formsχεριά(singular, nominative) · χεριές(nominative, plural) · χεριάς(genitive, singular) · χεριών(genitive, plural) · χεριά(accusative, singular) · χεριές(accusative, plural) · χεριά(singular, vocative) · χεριές(vocative, plural) · χεριά(feminine)