ˈço.ni
Ετυμολογίαχιόνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χιόνι < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή χιόνιον, υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική χιών < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵʰéyōm < *ǵʰey- (χειμών, χειμώνας)
- καιρικό φαινόμενο κατά στο οποίο οι υδρατμοί της ατμόσφαιρας κρυσταλλοποιούνται από το κρύο και πέφτουν στη γη με τη μορφή νιφάδων
“Χιόνια έρχονται από το βορρά τις επόμενες μέρες.”
- figurativelyοι ίδιες οι νιφάδες και το στρώμα που σχηματίζουν στη γη
“Το χιόνι κάλυψε τα πάντα μέσα σε μια νύχτα.”
- figurativelyοι μικρές λευκές κουκκίδες που εμφανίζονται στην τηλεόραση λόγω κακής μετάδοσης ή λήψης του τηλεοπτικού σήματος
“παράσιτα”
“δε βλέπω τίποτα στην οθόνη! Έχει γεμίσει χιόνια.”
- adjective, figurativelyκάτασπρος, ολόλευκος
“τα μαλλιά της έγιναν χιόνι”
“Το καινούργιο πλυντήριο βγάζει τα ρούχα χιόνι.”
- adjective, figurativelyπολύ κρύος, παγωμένος
“Πρέπει να μπεις μέσα, θα γίνεις χιόνι.”
Τύποιχιόνι(singular, nominative) · χιόνια(nominative, plural) · χιονιού(genitive, singular) · χιονιών(genitive, plural) · χιόνι(accusative, singular) · χιόνια(accusative, plural) · χιόνι(singular, vocative) · χιόνια(vocative, plural) · χιόνι(neuter)