Originχορός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χορός
- το αποτέλεσμα, η ενέργεια του χορεύω, προκαθορισμένες ή αυθόρμητες ρυθμικές κινήσεις συνήθως με την συνοδεία μουσικής, τραγουδιού
“κλασικός χορός, μπαλέτο, χορός της κοιλιάς (τσιφτετέλι), καλαματιανός, τσάμικος χορός, ανδρικός χορός, πολεμικός χορός,”
- πληθώρα με κάτι τραγικό, που παραπέμπει σε τραγωδία
“ο χορός των μαρτύρων της χριστιανικής εκκλησίας”
- πληθώρα για κάτι που υποδηλώνει σπατάλη και ίσως παρατυπίες έως παρανομίες
“χορός εκατομμυρίων (με υπαινιγμό για φαγοπότι και διαπλοκή)”
“στήσανε χορό με τις επιδοτήσεις”
- εκδήλωση εορταστική
- σώμα υποκριτών στην αρχαία τραγωδία από 12 και αργότερα 15 άτομα το οποίο έκανε χορευτικές κινήσεις και ερμήνευε το χορικό μέρος αυτής, το οποίο και αποτελούσε το λυρικό, μουσικό της κομμάτι
- χορωδία
“εκκλησιαστικός χορός, ο χορός των αγγέλων”
Formsχορός(singular, nominative) · χοροί(nominative, plural) · χορού(genitive, singular) · χορών(genitive, plural) · χορό(accusative, singular) · χορούς(accusative, plural) · χορέ(singular, vocative) · χοροί(vocative, plural) · χορός(masculine) · Χορός(singular, nominative) · Χοροί(nominative, plural) · Χορού(genitive, singular) · Χορών(genitive, plural) · Χορό(accusative, singular) · Χορούς(accusative, plural) · Χορέ(singular, vocative) · Χοροί(vocative, plural) · Χορός(masculine) · Χορού(feminine) · Choros(transliteration, Latin)