WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

χορός

χορόςτο αποτέλεσμα, η ενέργεια του χορεύω, προκαθορισμένες ή αυθόρμητες ρυθμικές κινήσεις συνήθως με την συνοδεία μουσικής, τραγουδιού

Wiktionary →
Daily Puzzle #267 · 13 Μαρτίου 2022
·Archive
No comments yet