ˈxɾe.os
Originχρέος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χρέος
: για την υπηρεσία ή επάγγελμα < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική duties, πληθυντικός του duty
- το χρηματικό ποσό που πρέπει να επιστραφεί στον δανειστή
- το καθήκον
“έκανα το χρέος μου απέναντι στην οικογένειά μου”
- pluralτα χρέη: καθήκονται, πρόσθετη υπηρεσία ή επάγγελμα που ασκείται από κάποιον
“ο υποδιευθυντής εκτελεί και χρέη διευθυντού κατά την απουσία του τελευταίου”
Formsχρέος(singular, nominative) · χρέη(nominative, plural) · χρέους(genitive, singular) · χρεών(genitive, plural) · χρέος(accusative, singular) · χρέη(accusative, plural) · χρέος(singular, vocative) · χρέη(vocative, plural) · χρέος(neuter)