Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΧΟΡΤΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
χόρτε
noun
χόρτε
—
Χόρτε: χόρτα, δηλ. άγρια ή καλλιεργημένα βρώσιμα χόρτα (συνήθως βραστά ή σε πίτα).
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#924 · 30 Δεκεμβρίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις