psiˈfi.o
Ετυμολογίαψηφίο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ψηφίον (χαλικάκι), υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική ψῆφος
- το σύμβολο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο του ή σε συνδυασμό με άλλα σύμβολα για την αναπαράσταση ενός αριθμού
“Ο αριθμός 89,34 έχει τέσσερα ψηφία στο δεκαδικό σύστημα αναπαράστασης.”
- το γράμμα του αλφαβήτου
- το τυπογραφικό στοιχείο
- η ψηφίδα
Τύποιψηφίο(singular, nominative) · ψηφία(nominative, plural) · ψηφίου(genitive, singular) · ψηφίων(genitive, plural) · ψηφίο(accusative, singular) · ψηφία(accusative, plural) · ψηφίο(singular, vocative) · ψηφία(vocative, plural) · ψηφίο(neuter)