Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΟΔΕΥΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
όδευε
verb
όδευε
—
Παρατατικός του «οδεύω»: πήγαινε/πορευόταν προς κάποιον προορισμό.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#361 · 15 Ιουνίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις