Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΌΔΕΥΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
όδευε
5 letters
·
Ελληνικά
verb
όδευε
—
Παρατατικός του «οδεύω»: πήγαινε/πορευόταν προς κάποιον προορισμό.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#361 · 15 Ιουνίου 2022
Previous word
#360 · άθολη
Next word
#362 · στύψε
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις