← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1077

May 31, 2024

ά
ε
ρ
γ
η
Definition

άεργη — ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άεργος

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word