← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1078

June 1, 2024

τ
ρ
ί
ψ
ε
Ορισμός

τρίψε — β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρίβω

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Αναφορά ακατάλληλης λέξης