← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1091

June 14, 2024

λ
ο
υ
ρ
ί
Definition

λουρί — για το δέσιμο ή τη στερέωση αντικειμένων, εξαρτημάτων, ρούχων

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word