← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1092

June 15, 2024

β
α
θ
ι
ά
Definition

βαθιά — ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαθύς

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word