← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1096

June 19, 2024

π
λ
ή
ξ
η
Definition noun

πλήξη — Η κατάσταση ανίας και βαρεμάρας, όταν δεν υπάρχει ενδιαφέρον ή απασχόληση.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word