← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1097

June 20, 2024

κ
ό
μ
ε
ς
Definition noun

κόμες — Πληθυντικός της «κόμη»: τα μαλλιά του κεφαλιού, ιδίως όταν είναι πλούσια ή μακριά.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word