November 9, 2024
ρολών — Γενική πληθυντικού του «ρολό»: κυλινδρικό αντικείμενο ή ρολό χαρτιού/υφάσματος τυλιγμένο σε κύλινδρο.
View all Ελληνικά words
Αναφορά ακατάλληλης λέξης