← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1239

November 9, 2024

ρ
ο
λ
ώ
ν
Ορισμόςουσιαστικό

ρολών — Γενική πληθυντικού του «ρολό»: κυλινδρικό αντικείμενο ή ρολό χαρτιού/υφάσματος τυλιγμένο σε κύλινδρο.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Αναφορά ακατάλληλης λέξης