← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1240

November 10, 2024

σ
τ
α
ν
τ
Definition

σταντ — κατασκευή για τοποθέτηση ποικίλων αντικειμένων

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word