← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1264

December 04, 2024

ι
λ
α
ρ
ή
Definition

ιλαρή — ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιλαρός

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word