← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1304

January 13, 2025

τ
ό
κ
ω
ν
Definition noun

τόκων — Γενική πληθυντικού του «τόκος»: οι τόκοι, δηλ. το ποσό που πληρώνεται/εισπράττεται για δάνειο ή κατάθεση.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word