January 14, 2025
ζευτώ — Ζευτώνω/ζευτώ: δένω ή συνδέω δύο πράγματα μαζί, τα «ζευγαρώνω» (π.χ. ζώα ή εξαρτήματα).
View all Ελληνικά words
Αναφορά ακατάλληλης λέξης