← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1305

January 14, 2025

ζ
ε
υ
τ
ώ
Ορισμόςρήμα

ζευτώ — Ζευτώνω/ζευτώ: δένω ή συνδέω δύο πράγματα μαζί, τα «ζευγαρώνω» (π.χ. ζώα ή εξαρτήματα).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Αναφορά ακατάλληλης λέξης