← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1307

January 16, 2025

τ
ό
σ
η
ν
Definition adjective

τόσην — Αιτιατική θηλυκού του «τόσος»: «τόση» = τόσο μεγάλη ποσότητα/έκταση (π.χ. τόση δουλειά).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word