← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1308

January 17, 2025

ρ
ι
ν
ό
ς
Ορισμόςουσιαστικό

ρινός — Γενική ενικού του «ρινός» (= μύτη), δηλ. «της μύτης».

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Αναφορά ακατάλληλης λέξης