← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1323

February 01, 2025

κ
ε
ί
ν
α
Definition other

κείνα — Αντωνυμία δεικτική: «εκείνα», δηλ. αυτά που βρίσκονται μακριά (ουδέτερο πληθυντικό του «εκείνος»).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word