← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1324

February 02, 2025

α
σ
τ
ο
ί
Definition noun

αστοί — Οι κάτοικοι μιας πόλης, ιδίως οι αστοί ως κοινωνική τάξη (η μεσαία/αστική τάξη).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word