← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1344

February 22, 2025

π
α
σ
τ
ή
Definition noun

παστή — Παστή: παστό ψάρι, συνήθως μπακαλιάρος, διατηρημένο με αλάτι.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word