← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1345

February 23, 2025

ρ
ό
λ
ο
ς
Definition noun

ρόλος — Ο ρόλος είναι η λειτουργία ή το μέρος που έχει κάποιος σε μια κατάσταση ή σε ένα έργο.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word